Μεγαλόχαρη

Μεγαλόχαρη

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2015

Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος πρός μοναχό Θεόδωρο

Ὁ χαρακτηρισμός Χρυσόστομος γιά τόν ἅγιο Ἰωάννη, τόν πατέρα καί διδάσκαλο καί δεινό ἱεροκήρυκα τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας, ἐπιβεβαιώνεται κάθε φορά πού κάποιος ἐγκύπτει στά συγγράμματά του. Ὑπάρχει στήν σειρά τῆς ΕΠΕ, στόν εἰκοστό ὄγδοο τόμο, μιά ὁμιλία τοῦ ἱεροῦ πατρός πρός κάποιον μοναχό Θεόδωρο, ἡ ὁποία μᾶς φανερώνει ἐκτός τῶν ἄλλων πολλά στοιχεία ἀκόμη καί γιά τόν χαρακτήρα τοῦ Χρυσοστόμου.
Πρόκειται οὐσιαστικά γιά μιά ἐπιστολή τοῦ ἁγίου Ἰωάννου σέ ἕναν μοναχό πού ἔχει ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τό κοινόβιό του ἐξαιτίας τῆς ἀπογοήτευσής του, πού προκλήθηκε ἀπό τή διάπραξη κάποιου ἁμαρτήματος. Τό ἁμάρτημα βεβαίως δέν ἀναφέρεται στήν ἐπιστολή γιατί ἄλλωστε δέν χρειάζεται νά γίνει γνωστό. Τήν ἐπιστολή συνέγραψε καί ἀπέστειλε ὁ ἱερός Χρυσόστομος, παρά τίς διαφωνίες πολλῶν οἱ ὁποῖοι τόν ἀπέτρεπαν, ἀφοῦ θεωροῦσαν ἀδύνατη τήν ἐπιστροφή τοῦ «ἀπολωλότως προβάτου»! Ὁ ἴδιος ὅμως, ὅπως ἀναφέρει χαρακτηριστικά, κινήθηκε ἐσωτερικά πρός τοῦτο καί μέ τήν βαθειά του πίστη ὅτι, καί ἄν δέν ἐπιστρέψει ὁ μοναχός στήν πρότερή του ζωή, κάποια ὠφέλεια θά τοῦ προσέφερε.
 Ὁ ἅγιος ἀπευθύνεται στόν Θεόδωρο ἀρχικά, μέ ἐπαινετικά λόγια γιά τήν πρότερη ζωή του. Τόν ἐπαινεῖ γιατί ὁ ἔπαινος ἐπιτρέπεται, ἤ καλύτερα ἐπιβάλλεται, σέ ἀνθρώπους πού ἔχουν ὑποστεῖ μιά ψυχική δυσκολία. Τοῦ τονίζει ὅτι, ἄν ἐπανέλθει, δέν θά ὑποστεῖ τήν χλεύη τῶν ἄλλων συνασκητῶν του καί μάλιστα χρησιμοποιεῖ ὡς παράδειγμα τούς πολέμους πού ἐνῶ νικήθηκε τό κράτος σέ μιά μάχη δέν ἔχασε τόν πόλεμο. Ἀκόμη τοῦ θυμίζει τόν ἔμπορο πού, ἐνῶ ναυάγησε τό πλοῖο μέ τό ἐμπόρευμα, δέν ἀπογοητεύτηκε ἀλλά ἐπέστρεψε καί ξαναβρῆκε τά ἀπολεσθέντα. Ὁ ἱερός πατήρ εἶναι συγκλονιστικό πῶς τονώνει τό ἠθικό καί τήν πληγωμένη καρδιά τοῦ μοναχοῦ. Τοῦ θυμίζει τά ὅσα πνευματικά γυμνάσματα καί παλαίσματα εἶχε κάνει στό παρελθόν καί τόν καλεῖ νά ξαναπροσπαθήσει. Πράγματι, ὁ μοναχός αὐτός πρέπει νά εἶχε μεγάλη ἀρετή, ἀφοῦ τόν χαρακτήριζε ἡ προθυμία μέχρι θυσίας γιά τούς ἀδελφούς του. Τοῦ ὑπενθυμίζει ἐπίσης ὅτι αἰτία τῆς πτώσης του ἦταν ὁ φθόνος τοῦ διαβόλου, ὁ ὁποῖος τόν ἔβλεπε νά προοδεύει τόσο πολύ καί φυσικά δέν χαιρόταν! Γλυκαίνει τόν πόνο του λέγοντας ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη ρέπει πρός τήν ἁμαρτία ἀπό τήν γέννησή της ἀκόμη.[1] Μάλιστα, τήν ἀνθρώπινη φύση ὀνομάζει «ὀλισθηρόν πρᾶγμα». Γιά νά στηρίξει τά λεγόμενά του φέρνει παραδείγματα ἀνδρῶν πού, ἐνῶ ὑψώθηκαν, ἔπεσαν. Ὁ Δαυίδ, λοιπόν, πού ἦταν ἐκλεκτός βασιλιάς καί προφήτης, ἐπιθύμησε ξένη γυναίκα καί μάλιστα ἔφθασε μέχρι φόνου. Ἀλλά τό συγκλονιστικό δέν ἦταν ἡ μεγάλη του πτώση, ἦταν ἡ μεγάλη του μετάνοια, πού τοῦ προσέδωσε τό πρότερό του κάλλος.[2] Τό ἴδιο καί ὁ γιός του ὁ Σολομώντας, ὁ ὁποῖος ἔπεσε στήν ἴδια παγίδα μέ τόν πατέρα του, ἀλλά ὁ Θεός ἔδειξε τήν εὔνοιά Του.
         Ὁ ἱερός πατήρ στόν μοναχό Θεόδωρο ἀναφέρει κάτι πού στήν πίστη μας εἶναι τόσο ἀληθινό, ἀλλά δυστυχῶς στίς μέρες μας δέν ὁμιλοῦμε γι’ αὐτό. Πρόκειται γιά τήν Δεύτερη Παρουσία τοῦ Κυρίου καί τήν ἀπολογία πού καλεῖται νά δώσει κάθε ἄνθρωπος ἐνώπιον τοῦ Δίκαιου Κριτῆ. «Τί θά εἴπωμεν, τότε, πές μου; Τί θά ἀπολογηθῶμεν ἄν συνεχίσουμε νά παραβαίνουμε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ» ἔγραφε ὁ ἱερός πατήρ χαρακτηριστικά. Γιά τό γεγονός αὐτό χρησιμοποιεῖ τήν εἰκόνα τοῦ δικαστηρίου, ὅπου γιά τήν ὑπεράσπιση ἤ ἀθώωση καλοῦνται νά καταθέσουν μάρτυρες. Στό δικαστήριο ὅμως αὐτό δέν χρειάζονται μάρτυρες, διότι ὅλα ἔχουν γίνει γνωστά, ὅλα εἶναι «γυμνά καί τετραχηλισμένα».[3] Ἐνώπιον τοῦ Κριτῆ μπορεῖς νά ὑπερασπιστεῖς τόν ἑαυτό σου λέγοντας ὅτι δέν μποροῦσα νά σηκώσω τό φορτίο, ἀλλά τότε θά ἀκούσεις τή φωνή πού λέει «…ὁ γάρ ζυγός μου χρηστός καί τό φορτίον μου ἐλαφρόν».[4] Γιά τήν πιθανή φυγή τοῦ μοναχοῦ ἀπό τό κοινόβιο πού ὑπονοεῖται, ὁ Χρυσόστομος ἀναφέρει λόγους σχετικά μέ αὐτές πού ὀνομάζουμε χαρές τοῦ κόσμου. Ὁμιλεῖ γιά τήν ἐλευθερία καί τήν χαρά πού νιώθει κάποιος ὅταν ἔχει στά χέρια του ἐξουσία καί προσθέτει ὅτι ἡ μόνη χαρά καί πραγματική ἐλευθερία εἶναι αὐτή πού νιώθεις ὅταν ἐλευθερώνεσαι ἀπό τήν ἁμαρτία ἤ πιό σωστά ἀπό τό πάθος πού ὁδηγεῖ στήν ἁμαρτία. Ἀντίθετα, ἡ ἐξουσία τῶν ἀνθρώπων προκαλεῖ συχνά τήν δουλεία τῆς ψυχῆς.[5] Ὁμιλεῖ γιά τήν ματαιότητα τῆς ἐξουσίας καί τοῦ πλούτου ἀφοῦ σήμερα ὑπάρχει καί αὔριο εἶναι παρελθόν. Ἀλλά καί ἡ δόξα μαραίνεται ὅπως τό ἄνθη. Σέ ἀντίθεση μέ αὐτό, ὁ Χριστιανός παραμένει πλούσιος, ἀφοῦ πτωχεύει ἐκούσια καί ὑψώνεται ἀκριβῶς γιατί ταπεινώθηκε.[6]
         Στήν συνέχεια τῆς ὁμιλίας, ὁ ἱερός Χρυσόστομος, διασαφηνίζει τό ζήτημα τῆς ἀγαμίας καί τοῦ μοναχισμοῦ. Ἀφοῦ ὁμιλεῖ γιά τίς εὐθύνες τῆς οἰκογένειας, χωρίς νά τίς ἀπαξιώνει, ἀναφέρει ὅτι ὁ μοναχός φροντίζει κάθε ὥρα καί κάθε στιγμή πῶς θά ἀρέσει στόν Θεό, ἐνῶ ὁ ἔγγαμος πῶς θά ἀρέσει στό σύζυγο ἤ στή σύζυγο. Ὁ γάμος εἶναι εὐλογημένος, ὁ τίμιος γάμος. Διαφυλάττει καί στό ζήτημα τῶν «καμίνων τῆς σαρκός». Ὁ μοναχός ἀπό τήν ἄλλη, ὅταν νιώθει ὅτι φλέγεται ἀπό λογισμοῦς, πού τόν ὠθοῦν στήν ἁμαρτία καλεῖται νά ζητήσει τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ μέ τήν βεβαιότητα, ὅτι ὁ Χριστός θά στείλει ἐπάνω του μιά νεφέλη δροσιᾶς καί παρηγοριᾶς. Μάλιστα, λέει καί κάτι ἄλλο πολύ σημαντικό, ὅτι οἱ μεγάλες μάχες ἔχουν χαθεῖ ἐκ τῶν «ἔσω». Δηλαδή, ὄχι τόσο ἀπό τά ὅπλα καί τίς σφαῖρες τῶν ἐχθρῶν, ἀλλά ἀπό κάποιον προδότη πού δίνει χῶρο στόν ἐχθρό. Αὐτός ὁ ἐχθρός εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη στό λογισμό τοῦ ἑαυτοῦ μας, οὐσιαστικά δηλαδή ὁ ἐγωισμός. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ἐν κατακλεῖδι, ἀναφέρει στόν μοναχό πού δοκιμάζεται, νά θυμηθεῖ ὅτι δέν εἶναι μόνος. Οἱ πατέρες πού συνασκήτευαν μαζί του λαχταροῦσαν τήν ἐπιστροφή του, ὅπως ὁ σπλαχνικός πατέρας τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς.[7] Προσεύχονταν ἀκατάπαυστα γιά ἐκεῖνον. Οἱ καρδιές τους μέ τήν ἀπουσία του ἦταν γεμάτες ὀδύνη. Ὑποφέρουν καί ἀγωνιοῦν ἐπειδή πραγματικά ἀγαποῦν τόν ἀδελφό τους. Τόν περιμένουν μέ ἀνοιχτές τίς ἀγκάλες καί τίς καρδιές τους. Τόν περιμένουν γιά νά τόν ἀγαποῦν πιό πολύ ἀπό πρίν! Τόν ἀγαποῦν γιατί μοιάζουν μέ τό Θεό πού σταυρώθηκε μέ ἀνοιχτή τήν ἀγκαλιά Του! Μιά τέτοια ἀγκαλία ὑπάρχει ἀνοικτή γιά ὅλους μας ἀρκεῖ νά ζήσουμε μιά μόνο λέξη, ΣΥΓΝΩΜΗ!

[1] Βλ. Ἀντίφωνο δ’ ἤχου, «Ἐκ νεότητός μου, πολλά πολεμεῖ με πάθη…».
[2] Βλ. Ψλ. 50.
[3] Ἑβρ. 4,13.
[4] Μτ. 11,30.
[5] Γαλ. 5,1.
[6]Λκ. 18,14
[7] Λκ. 15,11-32.