Μεγαλόχαρη

Μεγαλόχαρη

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2015

Η θρησκευτικότητα του μεγάλου Γορτύνιου αγωνιστή του 1821 Δημητράκη Πλαπούτα

Είναι γεγονός ότι μερικοί εκ των αγωνιστών και ηρώων του ᾽21 δεν είναι τόσο γνωστοί στους περισσότερους συμπολίτες μας και ιδίως στις νέες γενεές. Είναι μεμονωμένα πρόσωπα ή και οικογένειες που πραγματικά ξεκληρίστηκαν στους αγώνες του γένους χωρίς καν να τιμηθούν ή αντίθετα τιμωρήθηκαν από αρχές και εξουσίες. Νομίζω ότι μια τέτοια περίπτωση είναι και η οικογένεια των Πλαπουταίων, των κορυφαίων αυτών αγωνιστών της Επανάστασης.Μάλιστα, κορυφαίος εξ αυτών είναι ομολογουμένως ο Δημητράκης Πλαπούτας.

Για την έρευνα του θέματός μας δεν βρήκαμε άπειρες πληροφορίες αλλά όσες εντοπίσαμε ήταν ικανές για να θίξουμε την ιστορική γορτυνιακή μορφή της Επανάστασης από το χωριό Παλούμπα. Τα όσα θα σας αναφέρω αφορούν στις πηγές της ιστορίας μας και άρα είναι πιστοποιημένες και έγκυρες πηγές. Εισαγωγικά σας αναφέρω ότι τα στοιχεία που εντοπίστηκαν για τον μεγάλο Πλαπούτα εκμαιεύθηκαν από περιστατικά της ζωής και της δράσης του.
Το κοινωνικό περιβάλλον του Πλαπούτα
Ας δούμε όμως αρχικά ποιά ήταν η περιρέουσα ατμόσφαιρα των χρόνων που αναφερόμαστε στο Παλούμπα. Ειδικά για την σχέση των ανθρώπων της εποχής με την πίστη, αναφέρουμε ένα περιστατικό από άρθρο της εφημερίδας Εβδομάς που αφορά σε έναν συμπατριώτη του Πλαπούτα, τον Λιάκο Παλουμπιώτη. Ο κλέφτης αυτός συναντιέται απρόσμενα με δύο τούρκους, που τον αναγκάζουν να αποδώσει το χαράτσι και αφού εκείνος αρνήθηκε τον απείλησαν για την ζωή του. Ο γρήγορος όμως Παλουμπαίος με το «δίκοπον χατζάριον» έκοψε την χείρα του ενός, ενώ του άλλου έσκισε την κεφαλή. Μετά το γεγονός αυτό  « ποιήσας τό σημείον του σταυρού τρίς, έσπευσε εις Παλούμπα, να ειδοποιήσει τους αδελφούς και τους συγγενείς αυτού».[3] Δεν είναι εύκολο να αξιολογήσουμε την πράξη αυτή. Υπάρχει πάντως η εσωτερική αίσθηση της απολογίας για την απώλεια μιας ζωής, όμως σε μια εποχή που οι ανθρώπινες ζωές δεν υπολογίζονταν όπως θα έπρεπε.
Άλλο σημαντικό γεγονός που αφορά στην ατμόσφαιρα που έζησε ο Πλαπούτας και μας αποκαλύπτει την σχέση του συναγωνιστή του Κολοκοτρώνη για την Πίστη του είναι τα συγκλονιστικά που ειπώθηκαν κατά την κοινή τους δίκη. Ο μεγάλος ιστορικός μας Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος αναφέρει τα λόγια του Γέρου του Μωριά ακούγοντας την θανατική του ποινή περί της δήθεν εσχάτης προδοσίας: «Κύριε ελέησον· μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη βασιλεία σου».[4] Είναι αξιοσημείωτο ότι σε μια τέτοια δύσκολη στιγμή ο μεγάλος Κολοκοτρώνης και επιστήθιος φίλος του Πλαπούτα αναφέρει όσα ειπώθηκαν την στιγμή της Σταύρωσης του Χριστού.
Οικογενειακές καταβολές
Ας δούμε τώρα περιστατικά που σχετίζονται με την οικογένεια του Δημητράκη Πλαπούτα. Γνωρίζουμε ότι για την θρησκευτική πίστη ή απιστία, πολλές φορές, παίζουν ρόλο οι γονείς και γενικότερα το οικογενειακό περιβάλλον. Ο Πλαπούτας ήταν βαπτισμένος, Ορθόδοξος χριστιανός, αφού ο Αγησίλαος Τσέλαλης αναφέρει ότι το μυστήριο έγινε την 25η Ιουνίου 1786. Και συνεχίζει λέγοντας :«Εκεί στήνἰδίαν τῆς γεννήσεώς του γῆν, ὡς καθ᾽αὐτό πατρίδα του, ἐδιδάχθῃ ἐκεῖ τήν μέ τόν παλαιόν τρόπον προπαιδείαν, ἤτοι τό ἀναγινώσκειν καί γράφειν».[5]Στην συνέχεια ο Πλαπούτας νυμφεύεται, εννοείται με θρησκευτικό γάμο, σε ηλικία μόλις 17 ετών και ενώ ήταν ήδη αρματωλός.Νυμφεύτηκε την Στεκούλα Κολοκοτρώνη στις 20 Μαΐου 1803, η οποία ήταν κόρη του Αναγνώστη Κολοκοτρώνη και πρώτη ξαδέλφη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Η οικογένειά του λοιπόν ήταν θα λέγαμε μια παραδοσιακή χριστιανική οικογένεια. Αυτό άλλωστε το βλέπουμε και σε κάτι σχετικό με τον θάνατο του πατέρα του Κόλια.
Ο Θάνατος του πατέρα του στην μονή αγίου Ιωάννου
Θα αναφέρω ένα περιστατικό σχετικό με τον θάνατο του πατέρα, όπως το περιγράφει ο Φωτάκος, στο μνημειώδες έργο του «Απομνημονεύματα της Ελληνικής Επαναστάσεως»: « Ο δε Κολοκοτρώνης και ημείς οι άλλοι αφού εχωρίσθημεν εις τα Λαγκάδια από τους περί τον Ζαΐμην καί τούς λοιπούς, ὡς προείπαμεν, ἐτραβήξαμεν εἰς τό χωρίον Παλούμπα και εκεί εκοιμήθημεν. Την δε επομένην ημέραν η οικογένεια του Δημητρίου Πλαπούτα ετοιμάσθη να φύγη από το χωρίον, φοβούμενοι μήπως έλθουν και εκεί οι Τούρκοι. Ο Δ. Πλαπούτας είχε τον πατέρα του Κόλιαν Πλαπούταν, παλαιόν κλεφτοκαπετάνιον και αρματωλόν της επαρχίας Καρυταίνας. Αυτός δε και οι λοιποί Παλουμπαίοι πριν επαναστατήσωμεν ήσαν το φόβητρον των Λαλαίων Τούρκων. Επειδή δε είχε φθάσει εις βαθύτατον γήρας και ήτο σωματώδης, δεν εδύνατο να βαδίσῃ, ούτε επάνω εις ζώον να σταθή. Αφού δε πλέον δεν εδυνήθημεν να τον πάρωμεν, τα παιδιά του απεφάσισαν να τον αφήσουν εκεί κατα την θέλησίν του, και μέσα εις ένα σπίτι, το οποίον να έχῃ μόνον την μίαν θύραν ανοικτήν, την δε άλλην να την κλείσουν, και να του δώσουν τα όπλα του και ολίγα φουσέκια, ώστε αν οι Τούρκοι υπάγουν να τον σκοτώσουν, να σκοτώσῃ και αυτός από αυτούς, και να μην υπάγη παραπονεμένος και χαθή δωρεάν, χωρίς να εκδικηθή και ν᾽ανταλλάξη το αίμα του. Να του αφήσουν δε και δύο τρεις ανθρώπους να τον προσέχουν. Αυτή ήτο η θέλησίς του, και αυτά μας είπε και μας εζήτησε, τα οποία όλα έγιναν. Έπειτα εσυγχωρέθημεν με τον σεβάσμιον γέροντά μας, τον ασπάσθημεν όλοι, οι δέ μικρότεροι του εφίλησαν το χέρι με τα δάκρυα εις τα μάτια και κατόπιν κλαίοντες όλοι και θλιβόμενοι απεχωρίσθημεν. Μετά ταύτα εμάθαμεν, ότι τα παιδιά του και οι άλλοι συγγενείς απεφάσισαν να τον μεταφέρουν εις την μονήν του Προδρόμου εις Στεμνίτσαν. Πώς δε τον έκαμαν και πώς τον επήγαν εκεί δεν εμάθαμεν».[6]
Μια σύντομη αναφορά για τον θάνατο της συζύγου του. Διαβάζω απόσπασμα από την «Αρκαδία», εφημερίδα της εποχής: «Ἀπεβίωσε πρό ὁλίγων ἡμερῶν εἰς Παλούμπα τῆς Ἠραῖας ἡ σύζυγος τοῦ Στρατηγοῦ Κ.Δ Πλαποῦτα πλήρης ἡμερῶν, πάσχουσα πρό τριῶν ἐτῶν ἐξ ἡμιπληγίας, καί ἐτάφη μεθ᾽ὅλης τῆς ἐκκλησιαστικῆς παρατάξεως ὑπό τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἐπισκόπου Γόρτυνος καί ὅλων τῶν ἱερέων τῶν πέριξ Δήμων, συνοδευθεῖσα εἰς τόν τάφον ὑπό ἀπείρου πλήθους ἀνδρῶν, γυναικῶν καί παίδων. Ἡ ἐνάρετος αὔτη γυνή, πρώτη ἐξαδέλφη τοῦ Γέροντος Ἀρχιστρατήγου Κολοκοτρώνη τυγχάνουσα, εἶχεν ἐφελκύσει εἰς ἑαυτήν τήν ἀγάπην καί τό σέβας πάντων τῶν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας καί ὅσων ἄλλων ηὐτήχησαν νά γνωρίσωσιν αὐτήν. Χριστιανή πιστῶς ἀφοσιωμένην εἰς τόν Θεόν καί τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, πιστοτάτη σύζυγος, φιλόστοργος μήτηρ, φιλελεήμων εἰς ἄκρον πρός τούς πτωχούς, συμπαθεστάτη πρός τούς πάσχοντας, καί ἐν ἐνί λόγω ἐνάρετος καθ᾽ὅλην τήν σημασίαν τῆς λέξεως, παρέδωκεν ἐν Κυρίῳ τό πνεῦμα, ἀφοῦ ἔσχεν τήν τύχην νά ἴδῃ καλῶς ἀποκατεστημένα ὅλα τά τέκνα της, καί τόν Γηραιόν καί σεβαστόν σύζυγόν της εἰς τήν ἀνήκουσαν αὐτῷ δόξαν καί τιμήν, ἀφῆκεν ὅμως αὐτόν γέροντα ἀνάγκην ἔχοντα γεροντικῆς περιποιήσεως, ἥν ἕξει βεβαίως ὑπό τῶν ἀγαθῶν τέκνων του, ἀλλ᾽οὐχ ἦττον πενθοῦντα καί λυπούμενον διά τήν στέρησίν της, καθόσον οὐδείς ποτέ ἄνθρωπος ἐν τῷ κοινωνικῷ βίῳ εὐχαριστεῖται νά μένη καί μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς τῆς ζωῆς του ἄνευ τοῦ συζύγου, μεθ᾽οὗ θείᾳ ἐντολή συνεδέθῃ».[7]Γνωρίζουμε τώρα πλέον τις αρχές που υπήρχαν στην οικογένεια του Πλαπούτα έχοντας ο ίδιος ως σύντροφο την σπουδαία αυτή γυναίκα.
  Κτήτορας ναού
Σημαντικό στοιχείο της βιογραφίας του ήρωα, το οποίο προσδιορίζει και την ευσέβειά του, ήταν η μέριμνα για την ανοικοδόμηση της εκκλησιάς του χωριού του. Πράγματι, ο Πλαπούτας είχε βαθειά ευσέβεια. Πίστευε και κήρυττε ότι κάθε άνθρωπος θα δώσει μία ημέρα λόγο για τις πράξεις του στο Θεό. Με γνώμονα αυτήν την καθαρή πίστη το 1805[8] τον βλέπουμε να φροντίζει για το κτίσιμο της εκκλησιάς του Αγιώργη στην οποία «πήγαινε ν᾽ἀκούση τήν λειτουργία».[9] Εκτός από το κτίσιμο μερίμνησε και για το εσωτερικό του ναού.[10] Για το ξυλόγλυπτο τέμπλο, για τα στασίδια, για το δεσποτικό,[11] για το κανδήλι της εικόνας του Χριστού.[12] Γίνεται λοιπόν σαφές ότι η μέριμνά του για τον ιστορικό αυτό ναό ήταν σημαντική και δηλώνεται χωρίας αμφιβολία η αγάπη του προς το Θεό.
Περιστατικά από την ζωή του
Παρατηρείται η μνημόνευση του ονόματος του Θεού στις επιστολές, στους λόγους του και γενικά στην συμπεριφορά του. Σε επιστολή του προς τον βασιλιά Όθωνα έγραφε μεταξύ των άλλων: « Τα δάκρυα τα οπήα εχησαν κε την ληπην την οπηαν εσθανθηκαν εξεναντηας αλην τοσην χαραν αλαβαμεν εμης οπου αξιοθηκαμε να ελθουμε μαζη με τον βασιλεαν μας…τουτο δοξαζο τόν θεόν οτη δεν εψεφθην αλα ληπουμε κε ληπουμε πολη…».[13]Η έκφραση «δοξάζω τον Θεό» απαντά συχνά στα κείμενά του.
Τον Μάρτιο του 1821 μαζί με το αδελφό του Γεώργιο, πήγαν στο χωριό Μπέτσι της Λιοδώρας με δύο σημαίες στα χέρια και συγκάλεσαν τους κατοίκους λέγοντάς τους μεταξύ άλλων: «…ἀδελφοί πρέπει νά κινηθῶμεν κατά τῶν τυράννων Τούρκων, γιά νά ἐλευθερώσωμεν τήν πατρίδα μας, τά παιδιά μας, τάς γυναίκας μας, νά φτιάσωμεν ἐκκλησίας, ὅπου οἱ Τούρκοι δέν μᾶς ἀφίνουν, νά γίνωμεν ὅλοι εὐτυχεῖς καί νά μήν εἴμεθα σκλάβοι τῶν Τούρκων».[14]
  Μιά άλλη σημαντική αναφορά κάνει ο Πλαπούτας όταν άκουσε για τον θάνατο του αγαπητού αδελφού του: «…Δέν ἐδείλιασε, δέν ἐλυπήθη, δέν ἔκλαυσε εἰμή εἶπε εἰς τούς στρατιώτας του παρηγορώντας τους: Ὁ Θεός ἄς φυλάξη τούς ζωντανούς κι᾽ὁ Γεωργάκης ἄς πάει στό συχώριο».[15]
Η πίστη γίνεται σπουδαία όταν περιλαμβάνει την ορθοπραξία στον καθημερινό βίο. Έτσι έζησε ο Πλαπούτας εφαρμόζοντας ό,τι πίστευε. Διαβάζουμε από τη βιογραφία του:« Ἡ ἐδῶ ζωή τοῦ Δημ. Πλαποῦτα ἦτο κατά πάντα ἄμεμπτος, ἐπειδή ποτέ δέν ἐφάνη καταχρηστικός, κανέναν δέν ἀδίκησε, κανέναν δέν ἀτίμησε…».[16]Επίσης, υπήρξε λιτός στο βίο του. Ζούσε με την μικρή περιουσία που του άφησε με τη διαθήκη του ο γέρο Κόλιας, και τη μικρή σύνταξη. Είχε και μια οικία στην Τρίπολη, όπου έμενε όταν πήγαινε. Ό,τι είχε το διέθεσε στον αγώνα χωρίς να λογαριάσει αποκατάσταση με προίκες στα κορίτσια του. «Ό, τι τοῦ ἔδωσαν γι᾽ἀποζημίωση τῶν θυσιῶν του, τά διέθεσε νά ἐξοφλήση ὑποχρεώσεις, πού εἶχε ἀναλάβη προσωπικά κατά τήν διάρκεια τοῦ ἀγῶνος».[17]
Τώρα όμως θα σας διαβάσω ένα κείμενο από την απολογία του Πλαπούτα στην προαναφερθείσα δίκη αυτού και του Κολοκοτρώνη. Είναι ζωηρά τα σημεία της ταπείνωσης, η οποία είναι η πεμπτουσία των χριστιανικών αρετών αλλά και ένδειξη  πνευματικής αρχοντιάς: «-Ἐγώ εἶπα ὅτι θαρθοῦν ἄνθρωποι ἀπό τά σοκάκια γιά νά ψευτομαρτυρήσουν ἐναντίον μας. Μιά χάρη ὅμως σᾶς ζητῶ. Ὅταν παρουσιασθοῦν οἱ κατήγοροί μας αὐτοί, ρωτῆστε τους:« ‘Ποῦ ἤσαστε σεῖς κρυμμένοι τόσα χρόνια ὅταν ἄναβε τό ντουφέκι πάνω στίς κορφές, στίς πλαγιές καί στούς κάμπους τῆς πατρίδας; Ποῦ ἤσαστε θαμμένοι ἐτότε καί ξετρυπώσατε τώρα, αὐτήν τή στιγμή, γιά νά ρίξετε πέτρες καί λάσπες πάνω στά κεφάλια μας; Πῶς τολμᾶτε, σεῖς, γυναῖκες ντυμένες ἀνδρικά φορέματα, νά κατηγορήσετε αὐτόν πού πολέμησε 50 χρόνια γιά τή λευτεριά σας; Αὐτός- δείχνει τόν Κολοκοτρώνη- πού ἀντίκρυσε χίλιες φορές τό θάνατο γιά τήν πατρίδα εἶναι προδότης; Αὐτός τήν ἐπρόδωσε τήν πατρίδα; Ποιός ἀπό σᾶς μπορεῖ νά εἰπῆ ὅτι ἀγαπάει περισσότερο ἀπό ἐμᾶς τήν Ἑλλάδα; Καί ἄν τό εἰπῆ κανένας σας, ποιός θά τό πιστέψη;»[18]’Εκείνος ο μπαρουτοκαπνισμένος μιλά για το εμείς και προτάσσει τον συναγωνιστή του, τον Κολοκοτρώνη και όχι τον εαυτό του· δεν είναι αυτό βίωμα του χριστιανισμού;
Μπορούμε να εκμαιεύσουμε και άλλα στοιχεία για τον  Πλαπούτα ως προς την επικοινωνία και οικειότητα του με θρησκευτικές προσωπικότητες, όπως ο μητροπολίτης Παροναξίας Ιερόθεος, ο οποίος σε επιστολή που του έστειλε έγραφε:« Έχεις τόσους στύλους ἀκλονήτους, οἵτινες δέ σέ ἀφίνουν νά γύρης (…). Συγχώρησον ὅσας ὡς ἀρχιερεύς καί πιστός φίλος σοί γράφω μέ θάρρος. Ἀγαπῶ τήν δόξα σου καί τήν εὐτυχίαν σου. Ἀγάπα μας καί ἡ γενναιότης σου ὡς σέ ἀγαπῶ….Ἐν Ναυπλίῳ 1825 Φεβρουαρίου 25. Τῆς φιλτάτης μοι Γενναιότητος πρός Θεόν εὐχέτης καί ὅλος αὐτῆς πρόθυμος, ὁ πατριώτης Παροναξίας Ἱερόθεος».[19]Είναι φανερό λοιπόν ότι όχι μόνο το Θεό πίστευε και προσκυνούσε αλλά και με τούς υπηρέτες του Θεού, τους κληρικούς, συνομιλούσε και έτρεφε σεβασμό.
Καρπός της θρησκευτικότητάς του και του χαρακτήρα του είναι οι προσπάθειες που κατέβαλε να συμφιλιώσει τις αντιμαχόμενες παρατάξεις ( Κολοκοτρώνη, Κουντουριώτη κ.ά.).[20] Είναι μεγάλη η ωφέλεια να αναγνώσει και μελετήσει κάποιος τις επιστολές που αντάλλαξαν μεταξύ τους, θα υποκλιθεί στις μεγάλες αυτές μορφές και στο όραμα που είχαν για το γένος.[21]   Σημαντική και η διαμαρτυρία προς την προσωρινή διοίκηση της Ελλάδος για τα έκτροπα ( κλοπές, βανδαλισμοί κ.τ.λ.) των ρουμελιώτικων στρατευμάτων στα Λαγκάδια, στα Μαγούλιανα, στο Ζυγοβίστι.[22] Δεν αρεσκόταν στο άδικο και στο άτιμο γιατί θεωρούσε ότι το έργο της απελευθέρωσης όχι μόνον έργο σοβαρό ήταν αλλά έργο σημαντικό και υπεύθυνο, το ονόμαζε δε : «Ἔργον θεῖον καί πατριωτικόν…».[23]
Κορυφαίο όμως σημείο του βίου του, που πρέπει να σταθούμε, είναι η συγχωρητικότητα ακόμα και στους αχάριστους εχθρούς.[24]  Ακόμα ένα σημείο των χαρισμάτων του, η φιλοξενία αλλά και η ελεημοσύνη που κατά την Εκκλησία μας «καλύπτει πλῆθος ἁμαρτιῶν».[25] Περί του θέματος αυτού διαβάζουμε: « Ἐκτός τῶν ἀπείρων ἐλεημοσυνῶν εἰς τούς δυστυχοῦντας, τῶν ἀμέτρων καλῶν, ἐκτός τῶν προσπαθειῶν του νά κατευνάζη τά ἐξημμένα πάθη καί κατά τό διχασμόν καί κατά τάς μεταπολιτεύσεις, καθ᾽ἅς διά τῆς σωφροσύνης του κατώρθωνε ν᾽ ἀποφευχθοῦν αἱ αἱματοχυσίαι φυλακίσεις καί ἀντεκδικήσεις, εἶχε τήν οἰκίαν του ἑστία ὅλων τῶν φίλων, συγγενῶν και συμπατριωτῶν».[26]
Ο Θάνατός του
Στον Πλαπούτα συνέβη κατι που δεν συναντάς εύκολα ή πιο σωστά συναντάς σπάνια και μάλιστα σε πνευματικά προοδευμένους ανθρώπους. Προΐδε τον θάνατό του και το λείψανο του ήταν χαμογελαστό. «Μίαν ἡμέραν πρό τοῦ θανάτου, προϊδών τοῦτον, ἠτοίμασε μόνος τά τοῦ θανάτου του, προεῖπεν εἰς τούς οἰκείους του ὅτι θά ταξιδεύση ἀνεπιστρεπτί, ἀποχαιρέτησε ὅλους καί ἤρεμος τό βράδυ τῆς 27 Ἰουλίου 1864 ξεψύχησε μέ τό γέλιο στό στόμα, σάν νά χαιρόταν τόν θάνατο, γιατί πέθαινε μέ δόξα, περηφάνεια κι᾽εὔφρανση, πού πλήρωσε τό μέγα καθῆκον καί πηγαίνει νά σμίξη στόν ἄλλον κόσμο μέ τ᾽ἄλλα παληκάρια τῆς λευτεριᾶς».[27] Εντύπωση μας προξενεί πώς περιγράφονται οι ιερές αυτές στιγμές του αγωνιστού Πλαπούτα στην εφημερίδα «Αυγή» το έτος 1864. Εκεί, αφού αρχικά πλέκεται ο δίκαιος στέφανος του ήρωα, στο τέλος διαβάζουμε: « Τοιοῦτος ἦτο ὁ ἀποθανών κατά τήν 5 Ἰουλίου αφανῶς ἐν τῷ χωρίῳ του Δημήτρης Πλαποῦτας».[28] Αυτή η λέξη «αφανώς» προσδιορίζει την απλότητα και ταπεινότητα που χαρακτήρισε ολόκληρη την ζωή του ακόμα και την θανή του. Δεν έγιναν και δεν ήθελε ο ίδιος να γίνουν ιδιαίτερες εκδηλώσεις και τιμές στην κηδεία του. Πραγματοποιήθηκε λιτά στην γενέτειρά του,[29]επανερχόμενος στην γη, που αποτελεί  την κοινή μας μάνα.[30] Ετάφη «παρά τῇ συζύγῳ του».[31] Η Εκκλησία, ως όφειλε, τίμησε τον νεκρό. Ο Δεσπότης Γόρτυνος και οι ιερείς της περιοχής προέπεμψαν με ευλάβεια και άπειρο σεβασμό την σορό του ήρωα. Το ίδιο έκαναν και οι λοιποί πολιτικοί και στρατιωτικοί αλλά και ο λαός. Όλοι αυτοί οι ανώνυμοι, αλλά ταυτόχρονα τόσο επώνυμοι, «έρραναν με τα δάκρυά τους το σεπτόν λείψανόν του».[32] Έτσι συμβαίνει συνήθως. Μετά την παρέλευση μιας πολυτάχαρης ζωής έρχεται η ώρα της ωριμότητας και της επίγνωσης της ματαιότητας των ανθρωπίνων πραγμάτων. Σε αυτήν την στράτα βλέπουμε να βάδισε και ο δικός μας Γορτύνιος Δημητράκης Πλαπούτας.
 ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Να πούμε την αλήθεια: Με τα όσα προαναφέραμε δεν πάμε να ωραιοποιήσουμε, πολλώ δε μάλλον να αγιοποιήσουμε τον Πλαπούτα. Κλέφτης στα βουνά ήταν, με ότι σημαίνει αυτό, αλλά τον διακατείχε μια θρησκευτικότητα, μια λεβεντιά και μια σύνεση, στοιχεία αναγκαία για κάθε άνθρωπο και κάθε εποχή και πολύ περισσότερο για την εποχή εκείνη την τόσο δυσκολεμένη και ταλαιπωρημένη. Τελειώνω με μια έκφραση: «Καυχωμένη καί ἀγαλλομένη ἡ εὔανδρος Γόρτυς διά τόσους Πατριάρχας καί ἰδίως τόν Γρηγόριον, διά τόν Γερμανόν, διά τούς Κολοκοτρωναίους, Δεληγιανναίους καί τόσους ἄλλους, καυχᾶται καί διά τόν ἐκ τοῦ τόπου τούτου ἔνδοξον ἀντιστράτηγον».
Ας είναι αιωνία του η μνήμη!


* Η ομιλία πραγματοποιήθηκε στο Παλούμπα Γορτυνίας στις 21 Μαρτίου 2015

[1]Λιακοπούλου Ηλία, Παλούμπα, Εφημερίδα Εβδομάς Έτος Ε´αριθμ.8, Αθήναι 20 Φεβρουαρίου 1888, σσ.1-2.
[2] Παπαχρήστου Γιάννη, Του Παλούμπα και οι Παλουμπαίοι, Τρίπολη 2000, σ.75.
[3]Λιακοπούλου Ηλία, Παλούμπα, Εφημερίδα Εβδομάς Έτος Ε´αριθμ.8, Αθήναι 20 Φεβρουαρίου 1888, σ.4.
[4] Παπαρρηγόπουλου Κωνσταντίνου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος 7ος. Αθήναι,  1992, σ.265. Βλ. Εγκυκλοπαίδεια Γιοβάνη, Πλαπούτας, τόμος 17ος, Αθήναι, σ.231.
[5]Τσέλαλη Αγησιλάου, Πλαπούτας,  Εκδ. Γιαννίκος, σ. 156.
[6]Χρυσανθακοπούλου Φωτίου, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1899, σσ.189-190.
[7]Εφημερίδα Αρκαδία της 5ης Δεκεμβρίου 1861, αρ.φυλ.224.
[8] Δημητρακόπουλου Σοφοκλή, Το Παλούμπα, Μάραθα Επετηρίδα 1999-2000, Αθήνα, σ.96.
[9]Τσέλαλη Αγησιλάου, Πλαπούτας,  Εκδ. Γιαννίκος,σ. 621.
[10]Ο ίδιος αναφέρεται ότι μερίμνησε και για την καμπάνα του Αγιώργη (βλ. Παπαχρήστου Γιάννη, Του Παλούμπα και οι Παλουμπαίοι, Τρίπολη 2000, σ.83).
[11]Παπαχρήστου Γιάννη, Του Παλούμπα και οι Παλουμπαίοι, Τρίπολη 2000, σ.209.
[12] Παπαχρήστου Γιάννη, Του Παλούμπα και οι Παλουμπαίοι, Τρίπολη 2000, σ.83.
[13] Το αυτόγραφο σχέδιο της επιστολής( Παλούμπα 1858) αναγνώσασαμε στο έργο του Αγησιλάου Τσέλαλη όπου αναφέρεται: « ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΟ ΣΧΕΔΙΟ επιστολής του προς τον Όθωνα. Εδημοσιεύθη στην Αρκαδική Επετηρίδα’ 1903, σ.72, από τον Τάκη Κανδηλώρο».
[14]Τσέλαλη Αγησιλάου, Πλαπουτας,  ἘΕκδ. Γιαννίκος,σ. 157. Βλ. Σπουδαία ομιλία του ιστορικού Νίκου Παπαγεωργίου κατα τον πρώτο επίσημο εορτασμό (14/3/1999) στο «αλώνι του Καληντέρη» στου Μπέτσι.
[15]Τσέλαλη Αγησιλάου, Πλαπούτας,  Εκδ. Γιαννίκος,σ. 157.
[16]Τσέλαλη Αγησιλάου, Πλαπούτας,  Εκδ. Γιαννίκος,σ. 159.
[17]Τσέλαλη Αγησιλάου, Πλαπούτας,  Εκδ. Γιαννίκος,σ. 618.
[18]Τσέλαλη Αγησιλάου, Πλαπούτας,  Εκδ. Γιαννίκος,σ. 541.
[19]Τσέλαλη Αγησιλάου, Πλαπούτας,  Εκδ. Γιαννίκος,σ. 381.
[20] Σολομού Αλίκης, «Πλαπούτας», Παγκόσμιο Βιογραφικό λεξικό, Τόμ.8ος Εκδοτική Αθηνών 1991, σ.297. Βλ. Παπαχρήστου Γιάννη, Του Παλούμπα και οι Παλουμπαίοι, Τρίπολη 2000, σ.90.
[21]Τσέλαλη Αγησιλάου, Πλαπούτας,  Εκδ. Γιαννίκος,σ. 372.
[22]Παπαχρήστου Γιάννη, Του Παλούμπα και οι Παλουμπαίοι, Τρίπολη 2000, σσ.90-91.
[23]Τσέλαλη Αγησιλάου, Πλαπούτας,  Εκδ. Γιαννίκος,σ. 362.
[24]Τσέλαλη Αγησιλάου, Πλαπούτας,  Εκδ. Γιαννίκος,σ. 623.
[25]Νεκταρίου Κεφαλά (ἁγίου), Άπαντα τομ. Ε’, σ. 362.
[26]Τσέλαλη Αγησιλάου, Πλαπούτας,  Εκδ. Γιαννίκος,σ. 621.
[27]Τσέλαλη Αγησιλάου, Πλαπούτας,  Εκδ. Γιαννίκος, σ. 621.
[28]Εφημερίδα ΑΥΓΗ της 13ης Ιουλίου 1864.
[29]Σολομού Αλίκης, «Πλαπούτας», Παγκόσμιο Βιογραφικό λεξικό, Τόμ.8ος Εκδοτική Αθηνών 1991, σ.297.
[30]«Ὁ πάλαι μέν, ἐκ μή ὄντων πλάσας με, καί εἰκόνι σου θείᾳ τιμήσας, παραβάσει ἐντολῆς δέ πάλιν με ἐπιστρέψας, εἰς γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθην, εἰς το καθομοίωσιν ἐπανάγαγε, τό ἀρχαῖον κάλλος ἀναμορφώσασθαι», ἀπό τά Ευλογητάρια της νεκρωσίμου ακολουθίας.
[31]Τσέλαλη Αγησιλάου, Πλαπούτας,  Εκδ. Γιαννίκος,σ. 623.
[32] Αυτόθι, σ. 622.