Μεγαλόχαρη

Μεγαλόχαρη

Κυριακή, 6 Μαρτίου 2016

Ο προφήτης Ωσηέ

Λέγεται ότι η εποχή των προφητών έχει περάσει ανεπιστρεπτί και δεν υπάρχει λόγος αναφοράς των λόγων τους στην εποχή μας. Τα όσα θα αναφερθούν θα καταρρίψουν με ευκολία τη θεώρηση αυτή. Πιστεύουμε ότι οι προφητικές προσεγγίσεις έχουν θέση κυρίως στην εποχή μας.
 Προφήτης καταρχάς, είναι αυτός που μιλά αντί του Θεού.
Όχι μόνο αυτός που προλέγει μελλοντικά γεγονότα αλλά αυτός που αποτελεί το «στόμα του Θεού» στη γη. Ένας εκ των προφητών με αυτή την έννοια είναι ο Ωσηέ. Ήταν γιός κάποιου Βεερή, καταγόταν από το Ισραηλιτικό Βασίλειο  όπου και έδρασε. Γνωρίζουμε ότι είχε λάβει μόρφωση και παιδεία, όπως επίσης ότι έζησε σε αγροτική περιοχή τον 8ο αιώνα π.Χ. Η  εποχή αυτή χαρακτηρίζεται από κοινωνική αναρχία και αναστάτωση. Ο θρησκευτικός συγκρητισμός, η οργιαστική λατρεία, και η τυπικότητα σ᾽αυτήν  χαρακτηρίζουν το θρησκευτικό επίπεδο, ενώ φαινόμενα καταπιέσεως και καταδυναστεύσεως των αδυνάτων χαρακτηρίζουν το ηθικό επίπεδο. Το σημαντικότερο όμως που μας προσφέρει η διδασκαλία του αφορά σ᾽αυτόν τον Ίδιο το Θεό. Τον ονομάζει ενσάρκωση της αγάπης. Μια έκφραση που θυμίζει και παραπέμπει στην Καινή Διαθήκη και για τον λόγο αυτόν έχει χαρακτηριστεί ως «Ο Ευαγγελιστής της αγάπης της Παλαιάς Διαθήκης». Παραλληλίζει την σχέση του ανθρώπου και του Θεού με τη σχέση των συζύγων. Όσο στενή είναι η σχέση αυτών τόση θα πρέπει να είναι και η κοινωνία μεταξύ του πιστού και του Θεού. Η σχέση αυτή ιστορικά δημιουργήθηκε όταν ο Θεός κάλεσε τον Ισραήλ να συνάψει μαζί του διαθήκη. Διαταράχθηκε όμως η διαθήκη αυτή όταν οι Ισραηλίτες κατέλαβαν τη γη της Επαγγελίας και ξέχασαν τον αληθινό Θεό τους, ερωτοτροπώντας με τα είδωλα. Τη στάση τους αυτή ο προφήτης ονομάζει μοιχεία. Ο προσδιορισμός του Θεού ως ενσαρκωμένη αγάπη αναλύεται σε δύο επιμέρους σημεία: «Ως γνώση του Θεού και ως αγάπη προς τον πλησίον». Η γνώση σε αυτή την περίπτωση δεν αφορά σε μια στείρα γνώση αλλά στο βίωμα της εμπιστοσύνης στο Θεό, στην πίστη προς Εκείνον. Καλλιεργείται όμως μέσα από την αγάπη, τη φροντίδα και τη μέριμνα προς τον συνάνθρωπο. Όταν δεν υπάρχει αυτή, λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι και επέρχεται η καταστροφή.
Ένα σημαντικό σημείο της διδασκαλίας του προφήτη είναι η αποδοχή και διάδοση της παράδοσης που παρέλαβε από τον προηγούμενο από αυτόν προφήτη. Παραλαμβάνει την περί δικαιοσύνης διδασκαλία του προφήτη Αμώς και έτσι ενώ παρουσιάζει τον Θεό ως αγάπη δεν ξεχνά ότι είναι και Θεός δικαιοσύνης. Ένα ακόμα θέμα το οποίο θίγει ο προφήτης στη διδασκαλία του είναι η ασέβεια των ιερέων. Αν και είναι λεπτός και ευαίσθητος, χρησιμοποιεί σκληρή γλώσσα. Ληστές και δολοφόνους χαρακτηρίζει τους ιερείς. Εκτός των κληρικών δριμύς είναι ο λόγος του για τους πολιτικούς. Στηλιτεύει ο προφήτης όχι μόνο την απιστία και σκληροκαρδία τους αλλά και τη χρησιμοποίηση της «θρησκείας» για την εξυπηρέτηση των σκοπών τους. Στην περίπτωση αυτή ο γνήσιος προφήτης πρέπει να επέμβει και να ελέγξει τον θεομπαίχτη πολιτικό, κρατικό λειτουργό. Όταν θίγεται ή διώκεται η πίστη δικαιούται ο θρησκευτικός λειτουργός να εμπλέκεται στα πολιτικά δρώμενα. Ένα επιπλέον χαρακτηριστικό της προσωπικότητας του προφήτη είναι η διατύπωση της αλήθειας, η οποία όπως τότε έτσι και τώρα, κοστίζει. Ο Ισραήλ στρερούμενος κατάλληλου-ουσιαστικού πνευματικού επιπέδου όχι μόνο δεν δέχεται τις νουθεσίες και προφητικές  του ρήσεις αλλά αντίθετα  ονόμαζε τον προφήτη ανόητο και τρελό.
Είναι πολλά τα σπουδαία της διδασκαλίας του αλλά άν όσα ειπώθηκαν ήταν πολλά και θέλετε να δοθεί σε μια έκφραση μόνο η πεμπτουσία των λόγων του θυμηθείτε τί μας λέει ότι ζητάει ο Θεός από τον άνθρωπο: «Αγάπην επιθυμώ και όχι θυσίες, γνώσιν του Θεού και όχι ολοκαυτώματα» (Ωσ.6,6)